ΒΙΖΥΗ ΤΟΥ 1886

Posted: Δεκέμβριος 4, 2011 in ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΒΙΖΥΗ ΤΟΥ 1886

Η Βιζύη, πόλη πανάρχαια της Θράκης, έγινε γνωστή περισσότερο όχι για το ένδοξο παρελθόν της, αλλά για το εκλεκτό τέκνο της, τον ποιητή και διηγηματογράφο, Γεώργιο Βιζυηνό.

Στην βιβλιοθήκη της Βουλής έχει διασωθεί ένας φάκελος με πολύτιμα ιστορικά έγγραφα για την Θράκη του περασμένου αιώνα. Ανάμεσα στα έγγραφα αυτά, υπάρχει και μια χειρόγραφη μελέτη του 1886, για την Βιζύη. Συντάκτης της μελέτης αυτής, είναι ο Σάββας Ιωαννίδης δάσκαλος, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος γράφοντας:

«Από ενός ήδη και επέκεινα έτους λαχών διδάσκαλος της εν Βιζύη ελληνικής σχολής εύρισκον παρηγορίαν εις την περιήγησιν και την έρευναν ταύτης τε και της περί αυτήν χώρας».

Πρόκειται για μια εργασία 21 πυκνογραμμένων χειρόγραφων σελίδων.

Κατά την εποχή της συγγραφής της μελέτης αυτής ο Ιωαννίδης δεν πρέπει να είχε επαφή με τον Γεώργιο Βιζυηνό, ο οποίος γεννήθηκε το 1849 και σε πολλή μικρή ηλικία, είχε φύγει από την Βιζύη στην Κωνσταντινούπολη και εν συνεχεία στην Κύπρο, πριν αρχίσει τις σπουδές του στην Γερμανία. Ο Ιωαννίδης, που η εργασία του έχει ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 1886 περιγράφει την ευρύτερη περιοχή της Βιζύης αναφέροντας, ότι ουσιαστικά αποτελείται από τρεις αυχένες που απέχουν μεταξύ τους 20 λεπτά της ώρας. Ο ψηλότερος στα ΒΑ καλείται Κιοζ – Τεπές ο μεσαίος Δάματα και ο τρίτος ήταν η κυρίως Βιζύη.

Με αξιοσημείωτη ακριβολογία, μας δίνει εικόνα των αρχαιολογικών θησαυρών, που ήταν ορατοί στην ευρύτερη περιοχή της Βιζύης, όπως αγάλματα ανεπίγραφες στήλες, υπολείμματα τειχών και πύργων, εκκλησίες, μουσουλμάνοι τεκέδες κ.λ.π.

Για τον Κιοζ – Τεπέ εξηγεί, ότι καλείται έτσι γιατί βλέπει προς Ανατολάς τον Εύξεινο Πόντο και από την άλλη πλευρά την περί την Προποντίδα χώρα, είναι δηλαδή ορατός από πολλές πλευρές. Επιπλέον περιγράφει εκεί «τύμβον μεγαλοπρεπή (χώμα) παρ΄ ώ προς Α. η προς Μήδειαν οδός και η υπ΄ αυτήν φάραγξ, ένθα σειρά παναρχαίων μνημείων, κατοικιών προγενεστέρων γενεών, άς οι ενταύθα (εκ παραδόσεως) καλούσι Βεζεστένιον ή αγοράν».

Για τον αυχένα Δάματα ο Ιωαννίδης γράφει, ότι είναι τοποθεσία περίβλεπτη, οχυρωμένη φυσικά, που δεσπόζει επί της οδού προς Μήδεια και Σαμμακόβι, θεωρώντας, ότι ήταν θέση αρχαίας φρυκτωρίας. Συμπληρώνει μάλιστα: «Και τωόντι μεν επί βυζαντινών ή τοιάδε θέσις αυτής εχρησίμευεν τότε ως πυρσός τηλεγραφικός μεταξύ Βυζαντίου, νυν δε παρά Οθωμανοίς μόνο κατά την πρώτην του ραμαζανίου δια πυράς λινελαίου ανακαιομένης προειδοποιεί προς τους πέριξ μουσουλμάνους την εις το Ραμαζάνιον είσοδον έστι δε θεατή καθ΄ άπαντα τα σημεία του ορίζοντος 15-20 ώρας».

Ο επιμελής μελετητής αναφερόμενος στην ίδια περιοχή, κάνει λόγο για καταρρεύσαντες πύργους, για σειρά θεμελίων και για θέσεις οικιών και αγορών. Εκεί προς τα νότια, εντοπίζει και την ύπαρξη οβελίσκου με σπασμένο άκρο, που πιθανόν να έφερε προτομή. Επίσης αναφέρει την ύπαρξη ενός σπηλαίου «πολλά φέρον σημεία τέχνης, πιθανόν τότε χρησιμεύον ως ναός θρακικός, ον οι μεν χριστιανοί ναόν Αγίου Αθανασίου καλούσιν οι δε οθωμανοί ως δερβισών αναχωρητήριον κατέχουσιν». Στα δεξιά της πύλης υπήρχε μονόλιθος σαν οβελίσκος, ύψους 5 μέτρων και διαμέτρου 2 μέτρων που είχε στην κορυφή του 2 υπερμεγέθεις κεφαλές μια που έβλεπε προς Α. και είχε μορφή γυναίκας σε σχήμα λέαινας και μια που έβλεπε προς το Ν. και έφερε τιάρα αρχαίας θρακικής τέχνης.

Για την περιοχή Δαμάτων, περιγράφει διάφορες οπές στις πλαγιές που έβλεπαν προς τα Δυτικά, μικρότερες ή μεγαλύτερες, οι οποίες χρησίμευαν ως οικήματα. Γράφει:

«Τούτων δε πολλών ουσών σειρά τοιούτων εστίν εις την υπό τα Δάματα προς ΒΔ διήκουσαν φάραγγα (αγίασμα Δερεσί) ένθεν και ένθεν από βρύσεως Καμμενή μέχρι των προς την Βιζύην. Η πρώτη δε αυτών, επί κετερρευγότος βράχου (Ασμά Καγιά, Κρεμαστού) επ΄ ονόματι είτα του Αγίου Γεωργίου χρησιμεύσασα σκήτη, νυν δ΄ άχρηστος, έχει έκτασιν μεγάλου δωματίου.

Αι μεν προς Δ. ασήμαντοι εισίν αι δε προς Α. της φάραγγος και μάλιστα τέσσαρες μεταξύ αυτών χρησιμεύσασαι και ως μονύδρια έχουσιν ικανήν ευρυχωρίαν, έχοντα και τινά δωμάτια, μάλιστα δε το τελευταίον εστί περίεργον, ότι άπαντα τα του ιερού βήματος, πρόθεσις και Αγία Τράπεζα και Σταυρός παμμεγέθης και λοιπά άπαντα εισί λελαξευμένα εκ του αυτού βράχου μετά πολλής της χάριτος. Υπό ταύτης είναι και η πηγή εξ ης το δια την Βιζύην πόσιμον ύδωρ διανεμόμενον εις 36 βρύσεις, ήτις και αγίασμα καλείται και ίσως διότι άντικρυ αυτής υπάρχει αγίασμα επ΄ ονόματι του Αγίου Κωνσταντίνου. Τοιαύτα δε μνημεία οίον τάφοι, υδραγωγεία και θησαυροί εις ικανήν έτι απόστασιν πλημμυρούσιν άπασαν την πέριξη χώραν, την μεταξύ μάλιστα των ορέων και μέχρι της προς τον Εύξεινον παραλίας».

Ο Ιωαννίδης κάνει ευρεία αναφορά στους αρχαίους Θράκες που οίκησαν την περιοχή. Περιγράφει προτομές και ενεπίγραφες στήλες και αναφέρει μάλιστα το περιεχόμενο μιας τέτοιας, που έγραφε:

«Βασιλεύς Κότυς βασιλέα Σαδάλα και βασίλισσαν πολεμοκράτειαν τοις εαυτού γονείς θεοίς πατρώοις».

Μιλάει ακόμα για την επικράτηση του Φιλίππου και την εποχή των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όταν η περιοχή περιήλθε στο Λυσίμαχο, ενώ για τους ρωμαϊκούς χρόνους σημειώνει:

«Τεκμήριον δε της ακμής επί των ρωμαϊκών χρόνων έχομεν μεν ως ερρέθη τα νομίσματα αυτής και τινάς επιγραφάς, ως και τινά έργα, ιδίως δε αι οδοί ρωμαϊκής εποχής συνδέουσαι ταύτην Α. προς την Μήδειαν Β. προς Σαμμακόβιον και Δ. προς την Αδριανούπολιν και μάλιστα η προς Ν. συνδέουσα μετά των πόλεων της Προποντίδος και του Βυζαντίου, γέφυραι δε τινες επί των ποταμών εμφαίνουσαν τέχνην της 5ης π.Χ. εκατονταετηρίδος».

Ο συγγραφέας της μελέτης, μιας παραδίδει και το περιεχόμενο μιας άλλης επιγραφής, που βρισκόταν προς τα νότια της Βιζύης στην κωμόπολη Μαγκριώτισσα, η οποία απείχε μια ώρα. Η στήλη βρισκόταν μέσα στο δάσος όπου υπήρχε ένα ερημοκκλήσι της Αγίας Αννας. Επρόκειτο για μαρμάρινο στυλοβάτη αγάλματος αρχαίου θεού, που μεταγενέστερα χρησίμευσε σαν υποστύλιο της Αγίας Τράπεζας.

Από την γραφή φαίνεται ότι είναι της εποχής του Αυγούστου, ο δε τοπικός άρχων Γάιος, που κάνει την ευχή θα ήταν μάλλον φίλος ή συγγενής του Θράκα βασιλιά Ροιμητάλκη, ο οποίος σαν φίλος του Αυγούστου υπήρξε και σύμμαχός του στην μάχη του Ακτίνου εναντίον του Αντώνιου.

Η επιγραφή αυτή είχε το εξής περιεχόμενο:

«ΘΕΩ ΑΓΙΩ ΥΨΙΣΤΩ

Υπέρ της Ροιμητάλκου και Πυθοδωρίδος εκ του κατά τον Κοιλακλητικόν πόλεμον ευξάμενος και επιτυχών Γάιος Ιούλιος Κρότυος Χαριστήριον».

Η θρακική Κοιλαλία ήταν πάσα πιθανότητα η μεταξύ Μηδείας και Στράντζας περιοχή. Οι Τούρκοι την αποκαλούσαν Κοιλαγκιόζ.

Στην συνέχεια ο μελετηρός εκπαιδευτικός της Βιζύης, κάνει αναφορά στα βυζαντινά χρόνια και στην άλωση της πόλης το 1372, αλλά και στις μεγάλες καταστροφές που προκάλεσαν οι Τούρκοι στα κτίρια. Καταστροφές που με διάφορους τρόπους συνεχίζονταν έως τα χρόνια του.

Ωραίαι κώμαι – γράφει – ελληνικαί και πολυπληθείς περιστέφουσι την Βιζύην αλλ΄ αι διηνεκείς δηώσεις, αι πριν ως και η των Κιρτζαλήδων εις το τέλος του παρελθόντος αιώνος όχι μόνον παρεκώλυσαν την πρόοδον αυτών, αλλά και πολλαίς εξηφάνισαν, μόλις δε εισήλθε σχετική ειρήνη ώστε να λησμονήσωσι τα δεινά αυτών της απαγωγής και αιχμαλωσίας και της άλλης καταστροφής, αλλ΄ καταστροφής, αλλ΄ εν τοις ρωσσικοίς πολέμοις του 1829 – 30 και του 1878 πάλιν εξηκολούθησεν η αυτή και μείζων καταστροφή…» Για τον τρίτο αυχένα όπου εκτεινόταν κυρίως η Βιζύη, αναφέρει ο Ιωαννίδης την ύπαρξη λειψάνων αρχαίας οικοδομής που έγινε διαδοχικά χριστιανικός ναός και μουσουλμανικός τεκές.

Γύρω από την Βιζύη υπήρχαν περισσότερες από 30 τούμπες (τύμβοι) και πολλά ευρήματα της ρωμαϊκής εποχής και μάλιστα όταν βασιλέας ήταν ο Ροιμιτάλκης.

Που πήγαν τόσοι θησαυροί;

Ο Ιωαννίδης με πόνο ψυχής περιγράφει και την λεηλασία θρακικών αρχαιολογικών θησαυρών από την Βιζύη, γράφοντας: «Καίτοι πολύς απ΄ αυτής αφηρέθη πλούτος υπό των ξένων και το πλείστον των αρχαίων κτιρίων εις το έδαφος κείνται και κατακεχωμένα και αφανή ερείπια».

Σε μια άλλη περιγραφή για τους κατερχόμενους από τα Δάματα, λίγο πριν από τα τείχη της Βιζύης, κάνει λόγο για την ύπαρξη λειψάνων παλαιοτάτης οικοδομής, η οποία κατά τους χριστιανικούς χρόνους ήταν Μονή του Αγίου Νικολάου, αργότερα έγινε τεκές των Τούρκων και στα χρόνια που εγράφη η μελέτη ήταν ερείπιο.

«Η Βιζύη – συνεχίζει ο Ιωαννίδης – εκτισμένη επί αποτόμου αυχένος πάντοθεν εστιν απρόσβλητος, πλην της προς βορράν θέσεως, ούτος δεν πεδινός εστί». Και προσθέτει ότι «τα τείχη αυτής προς Β. μεν ου προ πολλού κατηδαφίσθησαν και μέρος των λίθων προ 80 ετών εχρησίμευσαν εις την οικοδομήν της εν Λουλέ Βουργάζ (Αρκαδιουπόλεως) οδού τε και γέφυρας. Το προς Δ. δε και Ν. τείχος διατηρεί πολλά αυτού μέρη εξαίσιον το κάλλος εχόντων την τειχοδομίαν αλεξανδρινής εποχής. Και το μεν μήκος απο Β. προς Ν. εστί χιλίων βημάτων, το δε πλάτος 600. Και προς Β. διατηρείται η πύλη της Ακροπόλεως αυτής και τινες περί αυτήν πύργοι. Μετά δε τούτοις είναι ο ναός (νυν τζαμίον) της Αγίας Σοφίας βυζαντινής τέχνης, σταυροεδικής εν συνόλω δείκνυσι τέχνην της 10-11ης εκατονταετηρίδος, ή έσωθεν όμως διαίρεσις προδίδει αρχαιοτέραν εποχήν».

Και συνεχίζει: «Προς Δ. δε αυτού έτερος ναός εις ερείπια ο του Χριστού και μετά τούτον ο του Αγίου Ιωάννου, έτερος δε προς την τη πύλη της αγοράς ο του Αγίου Νικολάου. Ολη η πόλις έχει τρεις πύλας πλείστα δε όσα αρχαία αντικείμενα αυταίς ταις προ της αλώσεως οικίαις διεσώζοντο, αλλ΄ αν τη κατά το 1878 καταστροφήν άπαντα εξηφανίσθησαν. Το νυν προς Ν. και επί περιβλέπτου θέσεως διοικητήριον νεωστί εκτίσθη επί των ερειπίων των πρώτων αρχείων της Βιζύης έξωθεν δε του τείχους και προς Δ. ίστανται 2-3 πύργοι προστατεύοντες επί του ύδατος ου η πηγή εστίν εξ ής διανέμεται το ύδωρ καθ΄ άπασαν την εντός του τείχους και εκτός πόλιν».

Η Βιζύη την εποχή εκείνη χωρίζονταν στην «εντός του τείχους συνοικίαν (Καστρινοί) ελληνικήν, την Πέρα συνοικίαν (Καρσί μαχαλά) ανάμικτον εκ χριστιανών και οθωμανών και την υπό το τείχος νοτίως εκτεινομένων την σημαντικωτέραν, την της Πλάτζας (αγοράς) το πλείστον εκ χριστιανών. Ολος δε αυτής ο πληθυσμός εστίν 1.000 οικογενειών, ων 650 ελληνικαί και 350 οθωμανικαί ποικίλου γένους. Αι τρεις ελληνικαί συνοικίαι οθωμ. ώρας απ΄ αλλήλων απέχουσαι έχουσι μίαν και μόνην εκκλησίαν εν Πλάτζα εν ή και τα σχολεία».

Σε ό,τι αφορά τις καταστροφές σε άλλο σημείο της μελέτης ο Ιωαννίδης γράφει χαρακτηριστικά:

«Του προς Α. τείχους καταρρεύσαντος εχρησίμευσαν οι ογκώδεις αυτού λίθοι εις οικοδομάς».

Αλλες ενδιαφέρουσες επισημάνσεις είναι για την ύπαρξη αρχαίου θεάτρου και θυμέλης, θώκων και εδωλίων και ορισμένων προτομών. «Μάλιστα μία κεφαλή αρίστης τέχνης και αρχαϊκής εν διαδήματι, προφανώς αυτού του Κότυος»υπήρχε στην Βιζύη τότε. Η περιοχή έβριθε επίσης σε μετώπες και ανθέμια.

Στο κέντρο της Πλάτζας κατά την περιγραφή αυτή, υπήρχε θέση αρχαίου ναού και στα βάθρα του βρέθηκε αρχαίο πελώριο άγαλμα «ού τα τεμάχια φέρονται τήδε κακείσε, μόνη δε η κεφαλή ούσα γυναικός τριπλή ή το φυσικόν, ομοιάζει πολύ την Ηραν, ωραίας τέχνης. Επί των κροτάφων φέρει δύο οπάς εμφαινούσας ότι το άγαλμα ην κεκαλλωπισμένον και μετ΄ άλλου καλλωπισμού. Ενταύθα ευρέθησαν και τινές Ερμαί ων μία απλώς ούσα στήλη έχει κεφαλήν με πτέρυγας, προς δε το στέρνον κέρμα. Πλείστα δ΄ όσα εντεύθεν εκλάπησαν έργα πολλά οίον κεφαλαί και αγάλματα ημίθραυστα εχρησίμευσαν εις τα θεμέλια της σχολής και της μητροπόλεως.

Υπήρχε και σφίγγα

Ειδικότερη αναφορά κάνει σε μια σφίγγα χωρίς κεφάλι, η οποία είχε μήκος δύο πήχεων, λαιμό με πλοκάμους και στήθος με μαστούς. Το σώμα της ήταν σώμα λέοντος με φτερά στους ώμους η δε ουρά της που ήταν ουρά δράκοντα, είχε περισωθεί κατά το ήμισυ. Βρέθηκε ακόμα ένα άλλο άγαλμα γυναίκας που κρατούσε στο ένα της χέρι μια δορκάδα. Πολύ πιθανό να ήταν άγαλμα της Αρτέμιδας.

Εκεί βρέθηκε και μια εικόνα του Αγίου Γεωργίου, έκτυπος σε μάρμαρο, ύψους 1 και 3/4 πήχεως με ένα δόρυ και ένα σταυρό σε κάθε πλευρά της, εποχής προ των εικονομαχιών.

Αυτή η εικόνα του έφιππου Αγίου Γεωργίου παρουσιάζει ειδικό ενδιαφέρον καθώς ταυτίζεται στην Θράκη από πολλούς μελετητές, με τον Θράκα Ιππέα.

Γράφει συγκεκριμένα ο Σάββας Ιωαννίδης ο οποίος όμως αποδίδει την απεικόνιση στον Περσέα.

«Πολλά δε ανάγλυφα του ιππέως επί γυμνού ίππου υπάρχουσιν ενταύθα αναφερόμενα εις την κατ΄ εξοχήν εν Θράκη λατρείαν του Περσέως, άτινα ως εικόνας του Αγίου Γεωργίου εκλαμβάνουσι, στήλαι δε και κιονόκρανα προπάντων κορινθιακού ρυθμού και ζωφόροι και λοιπά της καλλιτεχνικής αντικείμενα πληρούσι τας οδούς και τα οικίας ιδίως εν τη ενορία Πλάτζας».

Ο Σάββας Ιωαννίδης διεισδυτικός παρατηρητής των πάντων, έχει αναφορές με αυστηρές κρίσεις για τους κατοίκους της Βιζύης και επισημάνσεις για το πεσμένο ηθικό τους, αλλά και την φτώχεια και την κατατρομοκράτησή τους.

«Η ηθική κατάστασις της Βιζύης, των κατοίκων σφόδρα ελληνιζόντων και κατά τα ήθη και την γλώσσαν ένεκα των κατά τούτων δηώσεων μέχρι προχθές και της εκ τούτων δειλίας τε και πενίας είναι εκπεπτωκυία δυστυχώς. Διότι καίτοι ο ελληνικός πληθυσμός απολύτως πλεονεκτεί, όλως ο ούτω παραχθείς εν ταις καρδίαις αυτών φόβος, διατηρεί αυτούς και εν ταις ημέραις ταύταις υπό τα νεύματα των ξεπεσμένων ενταύθα μπέηδων. Οθεν και εκ των γενομένων ενταύθα πολιτικών μεταρρυθμίσεων και των δοθείσων καθόλου ελευθεριών, ο τοιούτος φόβος επέφερε πάλιν τας πιέσεις των μπέηδων και τας πλεονεξίας αθλίων τινων υπαλλήλων οίτινες ούτε μάστιγες των κατοίκων εισίν, λίαν δειλών όντων απέναντι της πλεονεξίας εκείνων και ούτω βαθμηδόν οικοδομείται το παλαιόν καταθλιπτικόν σύστημα, εναντίον των σαφών ελευθεριών, ας η οθωμ. κυβέρνησις παρέχει τοις Αυτής υπηκόοις, άλλως δε και εξαχρείωσις ηθική καθ΄ όλην την χώραν αναφαίνεται δυστυχώς οικογενειακή από της των Ρώσσων ενταύθα διαμονής και χαλάρωσις των ελληνικών άλλοτε αυστηρών ηθών».

Αξίζει να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του Τύπου, στις 18 Σεπτεμβρίου 1877 έφθασε στην Βιζύη ο νέος μητροπολίτης Κωνστάντιος. Ο μητροπολίτης Πλάτων από τον Απρίλιο είχε αποσυρθεί στην Κωνσταντινούπολη με άδεια του πατριαρχείου, λόγω των σοβαρών προβλημάτων της υγείας του.

Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1878

Μια από τις μεγαλύτερες επιθέσεις Κιρκασίων σημειώθηκε στη Βιζύη, μόλις υποχώρησαν οι Τούρκοι το 1878, υπό τον στρατηγό Μεχμέτ Αλή Πασά, προ των προελαυνόντων Ρώσων. Εχουν καταγραφεί φόνοι, βιασμοί γυναικών, διαρπαγές, βεβηλώσεις ναών και πυρπόληση της μητρόπολης από τους Κιρκάσιους και άλλους άτακτους, που ακολουθούσαν τον τουρκκό στρατό, ο οποίος υποχωρούσε.

Στην «Παλιγγενεσία» των Αθηνών την 1η Φεβρουαρίου 1878 δημοσιεύθηκε μια συγκλονιστική ανταπόκριση για τα παθήματα της Βιζύης, όταν την βρήκαν ανυπεράσπιστη οι Κιρκάσιοι και οι βασιβουζούκοι και ξέσπασαν στους κατοίκους της.

«Και άλλους μεν εστρέβλουν, άλλους ηκρωτηρίαζον, άλλους έψηνον εν τη πυρί, ανηλεώς δε έσφαζον είτα πάντα χριστιανόν. Πάντες σχεδόν οι ιερείς ερρίφθησαν ζώντες εις το πυρ και κατεκάησαν, αι γυναίκες υβρίζοντο και αι παρθένοι απήγοντο υπό των κακούργων εκείνων. Μέχρι της νυκτός αντήχουν ακαταπαύστως πυροβολισμοί και εκτάδην επεσωρεύοντο ανά τας οδούς και τας οικίας τα πτώματα».

Την επόμενη μέρα, οι εισβολείς έκλεψαν ότι είχε απομείνει και έβαλαν φωτιά στα σπίτια. Οι μισοί κάτοικοι της Βιζύης, έχασαν τότε τη ζωή τους.

Η Βιζύη είχε πληρώσει ακριβά το τίμημα ενός πολέμου, στον οποίο δεν είχε καμιά συμμετοχή…

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s